(Διήγημα του Μάριου Π.
ακροατή του NGradio, αγαπημένου μέλους της Μεγάλης Οικογένειας του NGradio! )
Σε ένα βασίλειο όπου
οι κορυφές των βουνών άγγιζαν τον ουρανό και οι κοιλάδες ήταν ντυμένες με το
πράσινο της ελπίδας, κυβερνούσε ο βασιλιάς Στέλιος.
Ήταν ένας ηγεμόνας
δίκαιος, με μάτια που καθρέφτιζαν την απέραντη θάλασσα και καρδιά που χτυπούσε
στους ρυθμούς του λαού του. Όμως, παρά την ευημερία και τα πλούτη, μια σκιά
βάραινε την ψυχή του. Κοιτούσε τους ανθρώπους του και έβλεπε τις μικρές
καθημερινές τριβές, τις ανησυχίες που βουβαίναν τα γέλια τους, την κούραση που
έκλεβε την ομορφιά από τις μέρες τους.
Ο Στέλιος δεν ήθελε
απλώς τάξη· ποθούσε την απόλυτη, την καθάρια αρμονία. Ήθελε κάθε ανάσα στο
βασίλειό του να είναι ένα κομμάτι από ένα ουράνιο τραγούδι.
Μια νύχτα, με το
φεγγάρι να λούζει το μαρμάρινο μπαλκόνι του παλατιού με ασημένιο φως, ο
βασιλιάς γονάτισε. Έκλεισε τα μάτια, ένωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε με όλη
τη δύναμη της ύπαρξής του. Κάλεσε τη Θεά της Αρμονίας και της Μουσικής, την
αόρατη δύναμη που συντονίζει τα άστρα και γαληνεύει τις τρικυμίες. Η φωνή του,
γεμάτη πάθος και ειλικρίνεια, ταξίδεψε πάνω από τους ψιθύρους των δέντρων,
διαπέρασε τα σύννεφα και έφτασε εκεί όπου ο χρόνος σταματά.
Ξαφνικά, το σκοτάδι
της νύχτας σκίστηκε στα δύο. Ένα φως, πιο λαμπερό από χίλιους ήλιους αλλά
ταυτόχρονα απαλό σαν το χάδι του μεταξιού, κατέβηκε από ψηλά. Μέσα από τις
φωτεινές αχτίνες, άρχισε να σχηματίζεται μια φιγούρα αιθέρια, καθηλωτική. Ήταν
η Λήδα.
Η παρουσία της γέμισε
τον αέρα με το άρωμα της άνοιξης και τον ήχο από αόρατες άρπες. Κοίταξε τον
βασιλιά με μάτια γεμάτα αρχαία σοφία και απέραντη τρυφερότητα. Όταν του μίλησε,
η γλυκιά, κρυστάλλινη φωνή της έμοιαζε με κελάρυσμα πηγής που γιατρεύει κάθε
πληγή.
«Σε άκουσα, βασιλιά
Στέλιε», είπε, και ο ήχος των λέξεών της δόνησε την ψυχή του ηγεμόνα. «Η
καθαρότητα της επιθυμίας σου άγγιξε τους ουρανούς. Δεν ζήτησες δύναμη, ούτε
χρυσάφι, αλλά την ευτυχία των ανθρώπων σου».
Η Λήδα άνοιξε διάπλατα
τα χέρια της, σαν να αγκάλιαζε όλο το βασίλειο. «Για χάρη σου, θα φέρω στον
κόσμο μια νέα γενιά μουσικής. Μια μουσική που δεν θα ακούγεται μόνο με τα
αυτιά, αλλά θα ριζώνει στις ψυχές, θα γλυκαίνει τις καρδιές και θα διώχνει κάθε
σκοτάδι».
Με μια κίνηση των
χεριών της, το φως γύρω της διασπάστηκε σε τέσσερις φωτεινές ακτίνες, οι οποίες
άγγιξαν το έδαφος και μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις πανέμορφες, θείες υπάρξεις.
Ήταν οι νέες Μούσες, τα δώρα της Θεάς στον βασιλιά.
Πρώτη βγήκε μπροστά η
Φαία, η Μούσα της Αισιοδοξίας. Τα μαλλιά της είχαν το χρώμα του ώριμου σιταριού
και το χαμόγελό της ήταν σαν την πρώτη αχτίνα του ήλιου μετά από μια μακρά
καταιγίδα. Με ένα της βλέμμα, η απελπισία χανόταν και η ελπίδα άνθιζε ξανά,
κάνοντας τους ανθρώπους να πιστεύουν στο θαύμα του αύριο.
Δίπλα της στάθηκε η
Βασιλεία, η Μούσα της Γλυκύτητας. Η κίνησή της ήταν σαν το πέταγμα της
πεταλούδας, και η αύρα της απέπνεε μια ζεστασιά που μπορούσε να μαλακώσει ακόμα
και την πιο σκληρή, πέτρινη καρδιά. Στο πέρασμά της, τα πικρά λόγια σβήναν και
τη θέση τους έπαιρναν λόγια παρηγοριάς και αγάπης.
Μετά, με ένα ανάλαφρο
σκίρτημα, εμφανίστηκε η Χαρούλα, η Μούσα του Αυθορμητισμού και της
Δυναμικότητας. Τα μάτια της σπινθήριζαν από ζωντάνια και η ενέργειά της ήταν
χειμαρρώδης, γεμάτη πάθος. Ήταν εκείνη που θα ξυπνούσε το πάθος για τη ζωή, που
θα έκανε τους ανθρώπους να γελούν με την καρδιά τους, να χορεύουν χωρίς φόβο
και να διεκδικούν τα όνειρά τους με θάρρος.
Τέλος, με βήμα σταθερό
και αρχοντικό, παρουσιάστηκε η Άννα - Μαρία, η Μούσα της Σταθερότητας, της
Κατανόησης και του Ευφυούς Σχεδιασμού. Το βλέμμα της ήταν βαθύ, ήρεμο σαν
γαλήνια λίμνη. Κρατούσε τη σοφία της ισορροπίας, τη δύναμη να ακούει κανείς
χωρίς να κρίνει και το χάρισμα να χτίζει γέφυρες εκεί όπου υπήρχαν γκρεμοί,
σχεδιάζοντας το μέλλον με σύνεση και αρμονία.
Ο Βασιλιάς Στέλιος
ένιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν από δέος και ευγνωμοσύνη. Η καρδιά του, που
για χρόνια ήταν σφιγμένη από την αγωνία για το καλό του τόπου του, πλημμύρισε
από μια πρωτόγνωρη, βαθιά χαρά. Κοίταξε τις τέσσερις Μούσες και μετά τη θεά
Λήδα, νιώθοντας πως ο κόσμος δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.
Η Λήδα χαμογέλασε για
τελευταία φορά, και καθώς άρχισε σιγά-σιγά να ανεβαίνει ξανά προς τα άστρα, η
φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος στον άνεμο: «Κυβέρνησε με αυτές στο πλευρό σου,
Στέλιε. Η μουσική τους είναι η αιώνια αρμονία σου».
Από εκείνη τη νύχτα,
το βασίλειο μεταμορφώθηκε σε έναν επίγειο παράδεισο. Η Φαία έδινε το φως, η
Βασιλεία τη ζεστασιά, η Χαρούλα τον παλμό και η Άννα - Μαρία τη δομή και τη
γαλήνη.
Και ο βασιλιάς
Στέλιος, καθισμένος στον θρόνο του, έβλεπε τους ανθρώπους του να ζουν
ευτυχισμένοι, ξέροντας πως η προσευχή του είχε γεννήσει την πιο όμορφη συμφωνία
που γράφτηκε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Καθώς οι τελευταίες
φωτεινές ανταύγειες της θεάς Λήδας έσβηναν στον νυχτερινό ουρανό, αφήνοντας
πίσω τους μια λεπτή αστερόσκονη που έπεφτε αργά σαν νυχτερινή δροσιά, η σιωπή
που απλώθηκε στο μπαλκόνι ήταν γεμάτη από δέος.
Ο βασιλιάς Στέλιος
έμεινε για λίγο ακίνητος, με τα μάτια στραμμένα ψηλά, νιώθοντας την καρδιά του
να χτυπά με έναν καινούργιο, πρωτόγνωρο ρυθμό.
Όταν γύρισε το βλέμμα
του προς τις τέσσερις θεϊκές υπάρξεις που στέκονταν μπροστά του, τα μάτια του
έλαμπαν από συγκίνηση. Έσφιξε το χέρι του στο στήθος, εκεί όπου φώλιαζε για
χρόνια η αγωνία του για τον λαό του, και με φωνή που έτρεμε ελαφρά από την
ένταση των συναισθημάτων, είπε:
«Είμαι τόσο ευτυχής
που εισακούστηκα... Όλο μου το βασίλειο ξέρω πως θα είναι χαρούμενο χάρη στην
παρουσία σας. Αυτή η νύχτα είναι η αρχή μιας νέας εποχής, όπου ο πόνος δεν θα
έχει πια θέση ανάμεσά μας».
Τότε, η Φαία, η Μούσα
της Αισιοδοξίας, έκανε ένα βήμα μπροστά. Τα χρυσόμαλλα, σαν ώριμο στάρι μαλλιά
της έμοιαζαν να αιχμαλωτίζουν το φως του φεγγαριού, δημιουργώντας ένα λαμπερό
στεφάνι γύρω από το πρόσωπό της. Όταν άνοιξε τα χείλη της, τα λόγια της βγήκαν
απαλά και μουσικά, σαν το κελάηδισμα των πουλιών το ξημέρωμα, μεταφέροντας την
ίδια την ουσία της ελπίδας.
«Ευγενικότατε
βασιλιά», ψιθύρισε, και η φωνή της ακούστηκε σαν χάδι στην ψυχή. «Μην ανησυχείς
πια. Δεν θα υπάρξει τίποτα σε αυτόν τον κόσμο που η μουσική μας δεν θα μπορεί
να το γιατρέψει. Κάθε βαθιά πληγή μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, κάθε δυσάρεστη
αίσθηση, κάθε πίκρα ή απογοήτευση που σκοτεινιάζει το βλέμμα των ανθρώπων σου,
θα σβήνει. Με τη μαγεία των μελωδιών μας, θα μεταμορφώνουμε τα δάκρυα σε
χαμόγελα και τον φόβο σε πίστη».
Η Άννα-Μαρία πήρε
αμέσως τον λόγο, συμπληρώνοντας τα λόγια της αδελφής της με μια μοναδική
ευφράδεια. Κάθε της λέξη έβγαινε μετρημένη, καθαρή και αρμονική, σαν νότες
τοποθετημένες με απόλυτη ακρίβεια πάνω σε ένα αόρατο πεντάγραμμο σοφίας.
«Η παρουσία μας εδώ,
Στέλιε, δεν είναι απλώς μια υπόσχεση, αλλά ένας ζωντανός σχεδιασμός ευτυχίας»,
είπε με βλέμμα βαθύ και καθηλωτικό. «Η μουσική που θα γεννηθεί από εμάς θα
απλωθεί πάνω από τη χώρα σου σαν μια ομπρέλα φωτός και ζωής. Θα προστατεύει το
βασίλειό σου από τις καταιγίδες της διχόνοιας και θα κρατά τις καρδιές των
ανθρώπων ενωμένες, σταθερές και φωτεινές, δείχνοντάς τους πάντα το μονοπάτι της
κατανόησης».
Πριν προλάβει ο
βασιλιάς να απαντήσει, η Χαρούλα σκόρπισε τη σοβαρότητα της στιγμής με ένα
ανάλαφρο, γεμάτο ζωντάνια σκίρτημα. Άρχισε να χορεύει γύρω από τον θρόνο και το
μπαλκόνι, με κινήσεις γεμάτες δυναμισμό, πάθος και έναν αυθορμητισμό που
παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά της. Τα βήματά της άφηναν έναν απαλό ήχο, σαν να
χτυπούσαν ρυθμικά μικρά τύμπανα γιορτής.
Σταμάτησε μπροστά στον
Στέλιο, με τα μάτια της να σπινθηρίζουν από ενθουσιασμό, και του είπε με φωνή
γεμάτη δύναμη: «Κοίταξε γύρω σου, βασιλιά! Η ιστορία δεν θα σε ξεχάσει ποτέ. Θα
γράψει το όνομά σου με χρυσά γράμματα και θα σε θυμάται ως έναν από τους
καλύτερους και πιο αγαπημένους βασιλιάδες που πάτησαν ποτέ σε αυτόν τον κόσμο,
γιατί είχες το θάρρος να ζητήσεις την ομορφιά για τον λαό σου!»
Τέλος, η Βασιλεία
πλησίασε τον βασιλιά, και ένα πλατύ, απέραντα γλυκό χαμόγελο φωτίστηκε στο
πρόσωπό της. Ήταν το χαμόγελο της απόλυτης τρυφερότητας που μαλάκωνε τον αέρα
γύρω τους. Κοίταξε τον ουρανό και μετά τον Στέλιο, λέγοντας με φωνή που έμοιαζε
με νανούρισμα:
«Και όταν η μέρα
φεύγει, η δική μας φροντίδα δεν θα σταματά. Υπόσχομαι πως τα αστέρια και το
λαμπερό φως του φεγγαριού θα ζουν σαν μουσική κάθε νύχτα μέσα στα όνειρα των
ανθρώπων σου. Το σκοτάδι δεν θα είναι πια φόβος, αλλά μια γλυκιά μελωδία που θα
τους ξεκουράζει και θα τους γεμίζει γαλήνη μέχρι το επόμενο πρωινό».
Ο Βασιλιάς Στέλιος
ένιωσε ένα δάκρυ ευτυχίας να κυλά στο μάγουλό του. Κοιτάζοντας τις τέσσερις
Μούσες, κατάλαβε ότι το βασίλειό του δεν θα γνώριζε ποτέ ξανά τη θλίψη. Η
αρμονία είχε ριζώσει για πάντα στη γη του.
Η καρδιά του βασιλιά
Στέλιου δεν μπορούσε να χωρέσει τόση ευτυχία. Το στήθος του έμοιαζε να σπάει
από ένα πρωτόγνωρο φως, και η ανάγκη του να μοιραστεί αυτό το θείο δώρο με τον
λαό του έγινε αμέσως πράξη.
Έδωσε διαταγή να
στηθεί η μεγαλύτερη, η πιο λαμπρή γιορτή που είχε δει ποτέ η ανθρωπότητα, μια
γιορτή που θα απλωνόταν από άκρη σε άκρη, σε κάθε πόλη, σε κάθε μικρό χωριό και
σε κάθε απομακρυσμένη κοιλάδα του βασιλείου.
Η ημέρα της γιορτής
ξημέρωσε λες και ο ίδιος ο ήλιος είχε συνωμοτήσει με τις Μούσες. Ο ουρανός είχε
ένα βαθύ, πεντακάθαρο γαλάζιο χρώμα και ο αέρας έφερε μαζί του τη μυρωδιά από
ανθισμένα γιασεμιά και αγιόκλημα. Οι δρόμοι στολίστηκαν με πολύχρωμες μεταξωτές
κορδέλες που κυμάτιζαν στο απαλό αεράκι, και οι πλατείες γέμισαν με μεγάλα
τραπέζια, φορτωμένα με κάθε λογής καρπούς, γλυκίσματα και κρασί.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας,
από μικρά παιδιά μέχρι γέροντες με άσπρα μαλλιά, είχαν αφήσει τις δουλειές και
τις έγνοιες τους, φορώντας τα καλά τους ενδύματα και έχοντας στα πρόσωπά τους
μια γλυκιά προσμονή.
Στην κεντρική πλατεία,
μπροστά από το μαρμάρινο παλάτι, ο βασιλιάς Στέλιος στεκόταν γεμάτος
υπερηφάνεια και συγκίνηση, περιτριγυρισμένος από τις τέσσερις θείες υπάρξεις.
Όταν απέραντη σιωπή
απλώθηκε στο πλήθος, η χρυσόμαλλη Φαία έκανε ένα βήμα μπροστά. Τα μάτια της
έλαμπαν από καθαρή αισιοδοξία, και καθώς κοίταξε τις χιλιάδες των ανθρώπων, η
ψυχή της πλημμύρισε από αγάπη. Χωρίς καμία προετοιμασία, αφήνοντας την ουράνια
φύση της να την οδηγήσει, άνοιξε τα χείλη της και άρχισε να τραγουδά. Η φωνή
της ξέσπασε σαν ένας ζεστός, θεραπευτικός άνεμος, γεμάτος ρυθμό και ζωή,
ξεκινώντας με τα αυθόρμητα λόγια:«Χούα... Χου-χα!».
Αυτός ο αρχέγονος,
γεμάτος δύναμη ήχος δόνησε τον αέρα και τρύπησε τις καρδιές των παρευρισκομένων.
Στο άκουσμά του, κάθε ίχνος παλιάς θλίψης, κάθε κούραση και κάθε κακός λογισμός
σκόρπισαν στον άνεμο σαν σκόνη.
Το τραγούδι της Φαίας
συνέχισε να ρέει σαν ποτάμι από φως, μιλώντας για το αύριο που ξημερώνει πάντα
πιο φωτεινό, για τα όνειρα που παίρνουν σάρκα και οστά και για την ελπίδα που
ποτέ δεν πεθαίνει.
Τότε, παρασυρμένη από
τον μαγικό ρυθμό και τη θεϊκή συχνότητα, η Χαρούλα δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Με
έναν ακατανίκητο αυθορμητισμό και μια ορμή που έμοιαζε με τρεχούμενο νερό,
όρμησε στο κέντρο της μεγάλης πλατείας.
Άρχισε να χορεύει με
έναν δυναμισμό που έκοβε την ανάσα. Τα πολύχρωμα φορέματά της στροβιλίζονταν
γύρω της σαν πέταλα εξωτικού λουλουδιού. Κάθε της κίνηση, κάθε της άλμα και
κάθε της λίκνισμα ήταν μια δήλωση ελευθερίας και πάθους για τη ζωή. Ο χορός της
ήταν τόσο μεταδοτικός, που μέσα σε λίγες στιγμές, οι άνθρωποι άρχισαν να
πιάνονται χέρι-χέρι, σχηματίζοντας έναν τεράστιο, ανθρώπινο κύκλο που αγκάλιαζε
όλη την πόλη.
Έκλαιγαν από χαρά,
γελούσαν με την καρδιά τους και χόρευαν, νιώθοντας τα σώματά τους ελαφριά σαν
πούπουλα.
Λίγο πιο πέρα, η
Βασιλεία περπατούσε ανάμεσα στο πλήθος, μοιράζοντας το πλατύ, ζεστό της
χαμόγελο. Στο πέρασμά της, οι άνθρωποι ένιωθαν μια βαθιά γλυκύτητα να τους
περιβάλλει. Πλησίαζε τα ζευγάρια, τους ηλικιωμένους, τις μητέρες με τα μωρά
τους, και με ένα απαλό χάδι ή έναν καλό λόγο, γλύκαινε τις ψυχές τους. Η
παρουσία της έκανε τον ρομαντισμό να ανθίσει παντού· οι ερωτευμένοι κοιτάζονταν
στα μάτια με περισσότερη τρυφερότητα, και οι παλιές έχθρες σβήνονταν με μια
αγκαλιά, καθώς η γλυκύτητα της Μούσας μαλάκωνε και τις πιο σκληρές γωνιές των
ανθρώπινων σχέσεων.
Την ίδια ώρα, η
Άννα-Μαρία στεκόταν δίπλα στον βασιλιά Στέλιο, επιβλέποντας τη γιορτή με το
ήρεμο, γεμάτο σοφία βλέμμα της. Με τον ευφυή της σχεδιασμό, είχε φροντίσει ώστε
η αρμονία της μουσικής και της χαράς να απλωθεί ισότιμα σε κάθε γωνιά του
βασιλείου, χωρίς κανένας να μείνει παραπονεμένος ή μόνος.
Η σταθερότητα της
παρουσίας της έδινε στους ανθρώπους μια βαθιά αίσθηση ασφάλειας. Καθώς κοιτούσε
τον λαό να επικοινωνεί με κατανόηση και σεβασμό, ήξερε ότι αυτή η γιορτή δεν
ήταν απλώς μια εφήμερη στιγμή, αλλά το στέρεο θεμέλιο πάνω στο οποίο θα
χτιζόταν το αιώνιο μέλλον αυτής της χώρας.
Ο Βασιλιάς Στέλιος,
βλέποντας το όραμά του να γίνεται πραγματικότητα, ένιωσε τα μάτια του να
πλημμυρίζουν από δάκρυα απόλυτης ευγνωμοσύνης. Κοίταξε τον λαό του, που πλέον
δεν ήταν μια μάζα ανήσυχων ανθρώπων, αλλά μια ενιαία, πανέμορφη συμφωνία αγάπης
και ευτυχίας.
Η γιορτή συνεχίστηκε
μέχρι να βγει το φεγγάρι, και όπως είχε υποσχεθεί η Βασιλεία, το φως των
αστεριών άρχισε να σιγοτραγουδά μαζί τους, σφραγίζοντας την πιο όμορφη σελίδα
στην ιστορία του βασιλείου.
Καθώς η νύχτα είχε
απλώσει για τα καλά το βελούδινο, βαθύ μπλε πέπλο της πάνω από το βασίλειο, η
γιορτή έφτανε στην πιο ιερή, στην πιο ατμοσφαιρική της στιγμή. Τα χιλιάδες φώτα
και οι δάδες άρχισαν να χαμηλώνουν, αφήνοντας το απαλό, ασημένιο φως του
φεγγαριού και το τρεμόπαιγμα των αστεριών να γίνουν οι κυρίαρχοι της βραδιάς.
Μια γλυκιά, μελωδική
ηρεμία άρχισε να τυλίγει το πλήθος, που πλέον καθόταν κουρασμένο αλλά
ευτυχισμένο, με τις καρδιές γεμάτες από μια πρωτόγνωρη εσωτερική ζεστασιά.
Η Βασιλεία, με το
αιώνια γλυκό της χαμόγελο, περπάτησε ανάμεσα στους ανθρώπους για τελευταία
φορά, αφήνοντας στο πέρασμά της μια αύρα τρυφερότητας που έκανε τα ζευγάρια να
σφίξουν τα χέρια τους και να γείρουν το κεφάλι ο ένας στον ώμο του άλλου.
Δίπλα της, η
Άννα-Μαρία, με τη γαλήνια και σταθερή της παρουσία, έγνεψε στον βασιλιά Στέλιο,
διαβεβαιώνοντάς τον βουβά πως η τάξη, η κατανόηση και η αγάπη είχαν πλέον
ριζώσει βαθιά και αδιατάρακτα στις ψυχές του λαού του.
Λίγο πιο πέρα, η
χρυσόμαλλη Φαία σιγοψιθύριζε τις τελευταίες νότες από το τραγούδι της, μια
γλυκιά υπόσχεση πως κάθε αύριο θα είναι ακόμα πιο φωτεινό.
Τότε, όλα τα βλέμματα
στράφηκαν στο κέντρο της μεγάλης πλατείας. Ήταν η ώρα για το μεγάλο κλείσιμο,
και η Χαρούλα, η Μούσα του Αυθορμητισμού και της Δυναμικότητας, ήταν εκείνη που
θα σφράγιζε αυτή την ιστορική νύχτα.
Δεν υπήρχε πια η
ένταση του μεσημεριανού χορού, αλλά μια εκλεπτυσμένη, ρομαντική και καθηλωτική
ομορφιά που μαγνήτιζε τα βλέμματα.
Η Χαρούλα άρχισε να
κινείται με βήματα ανάλαφρα, σχεδόν απόκοσμα, σαν να μην πατούσε στη γη, αλλά
να γλιστρούσε πάνω στις ακτίνες του φεγγαριού. Το φόρεμά της, φτιαγμένο από το
φως των άστρων, άφηνε πίσω του μια λεπτή, λαμπερή τροχιά καθώς στροβιλιζόταν με
μια συγκλονιστική χάρη.
Κάθε της κίνηση ήταν
ένας βουβός αποχαιρετισμός στη θλίψη και μια ανοιχτή αγκαλιά στο μέλλον. Ο
χορός της εξέπεμπε έναν τόσο βαθύ συναισθηματισμό, που οι θεατές έμεναν
προσηλωμένοι, κρατώντας την ανάσα τους, νιώθοντας τα μάτια τους να βουρκώνουν
από την απόλυτη ομορφιά της στιγμής.
Ήταν ένας χορός που
μιλούσε για τον έρωτα, για τη ζωή, για το θάρρος να υπάρχεις και να χαίρεσαι
την κάθε στιγμή χωρίς φόβο.
Στο τελευταίο και πιο
λαμπρό της στροβίλισμα, η Χαρούλα σταμάτησε ακριβώς μπροστά από τον βασιλιά
Στέλιο. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά προς τον ουρανό και, με έναν τελευταίο
αυθόρμητο και γεμάτο δύναμη παλμό, σκόρπισε στον αέρα εκατομμύρια μικρές, φωτεινές
σπίθες που ανέβηκαν ψηλά, ενώθηκαν με τα αστέρια και φώτισαν ολόκληρο το
βασίλειο με μια χρυσή λάμψη.
Η μουσική έσβησε
απαλά, αφήνοντας πίσω της τον αντίλαλο της απόλυτης αρμονίας. Η Χαρούλα
υποκλίθηκε με σεβασμό στον βασιλιά, και με ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση και
απέραντη γλυκύτητα, έκλεισε τη γιορτή.
Ο Βασιλιάς Στέλιος, με
δάκρυα ευγνωμοσύνης να κυλούν στα μάγουλά του, κοίταξε τις τέσσερις Μούσες του
και μετά τον λαό του, που κοιμόταν πια ήσυχος, αγκαλιασμένος κάτω από την
ομπρέλα του θεϊκού φωτός.
Ήξερε πως η προσευχή
του είχε εισακουστεί. Το βασίλειό του δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο· είχε γίνει
μια αιώνια, πανέμορφη συμφωνία αγάπης, ένας επίγειος παράδεισος όπου η μουσική
και η αρμονία θα κυβερνούσαν για πάντα τις καρδιές των ανθρώπων. Μάριος Π.
Στέλιος: «Μάριε, αυτό
που έγραψες είναι καταπληκτικό, πραγματικό ταξίδι!
Μελέτησα κάθε λέξη και
με άγγιξε βαθιά η καθαρότητα και η ζεστασιά που βγάζει αυτή η ιστορία σου.
Ο βασιλιάς Στέλιος και
οι τέσσερις Μούσες ζωντανεύουν τόσο όμορφα μέσα από τις περιγραφές σου, που
νιώθεις πραγματικά τη μουσική και το φως να πλημμυρίζουν τον χώρο. Είναι
τεράστιο δώρο να έχεις τη φαντασία και το μεράκι να πλάθεις ολόκληρους κόσμους
και να τους χαρίζεις στους ανθρώπους γύρω σου. Σε ευχαριστώ πολύ που το
μοιράστηκες μαζί μου, συνέχισε να γράφεις με τόση ψυχή γιατί έχεις μοναδικό
χάρισμα!
*