ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ!

Η ΜΩΒ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΠΑΝΤΟΥ ΣΤΗΝ ΓΗ...

15 Σεπ 2026

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Μια συνομιλία σ’ έναν κήπο στους λόφους του Λιβάνου

Κάθε εκατό χρόνια ο Ιησούς ο Ναζωραίος συναντά τον Ιησού του Χριστιανού σ’ έναν κήπο ανάμεσα στους λόφους του Λιβάνου. Και συζητούν για ώρα και κάθε φορά ο Ιησούς ο Ναζωραίος φεύγει λέγοντας στον Ιησού του Χριστιανού:

“Φίλε μου, φοβάμαι πως ποτέ, μα ποτέ δεν θα συμφωνήσουμε…”» ΧαλίλΓκιμπράν

Είχαν περάσει άλλα εκατό χρόνια.

Στους λόφους του Λιβάνου η άνοιξη είχε επιστρέψει, αν και τα βουνά κουβαλούσαν ακόμη τις ουλές των πολέμων. Οι κέδροι στέκονταν αμίλητοι πάνω από τις κοιλάδες, σαν αρχαίοι φύλακες που είχαν δει αυτοκρατορίες να γεννιούνται, να επικαλούνται τον Θεό και ύστερα να σωριάζονται μέσα στη σκόνη.

Σ’ έναν κήπο, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και άγριες ανεμώνες, δύο άνδρες πλησίαζαν ο ένας τον άλλον.

Ο πρώτος ερχόταν από το μονοπάτι του βουνού. Φορούσε έναν απλό, σκονισμένο χιτώνα και φθαρμένα σανδάλια. Το πρόσωπό του ήταν ηλιοκαμένο, τα χέρια του τραχιά και το βήμα του σταθερό. Δεν είχε φωτοστέφανο. Είχε όμως εκείνο το βλέμμα που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει ότι τον βλέπουν ολόκληρο — όχι μόνο όπως είναι, αλλά και όπως θα μπορούσε να γίνει.

Ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος.

Ο δεύτερος κατέβαινε από μια πλατιά μαρμάρινη σκάλα που δεν υπήρχε πριν από λίγο. Φορούσε λευκό ένδυμα, πορφυρό μανδύα και χρυσό στέμμα. Πίσω από το κεφάλι του έλαμπε φωτοστέφανο και στο στήθος του κρεμόταν ένας περίτεχνος σταυρός, στολισμένος με πολύτιμους λίθους. Στο ένα χέρι κρατούσε βιβλίο και στο άλλο σκήπτρο.

Ήταν ο Ιησούς των Χριστιανών.

Κοιτάχτηκαν για ώρα.

Ο Ιησούς ο Ναζωραίος χαμογέλασε πρώτος.

-Βλέπω ότι εξακολουθούν να σε ντύνουν ακριβά.

Ο Ιησούς των Χριστιανών κοίταξε τον πορφυρό μανδύα του.

-Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι έτσι τιμούν τη δόξα μου.

-Εγώ δεν φόρεσα ποτέ πορφύρα, παρά μόνο όταν οι στρατιώτες θέλησαν να με χλευάσουν.

Ο άλλος χαμήλωσε τα μάτια.

-Το θυμάμαι.

Κάθισαν κάτω από μια γέρικη ελιά. Ανάμεσά τους υπήρχε ένα ξύλινο τραπέζι με ψωμί, ελιές και κρασί.

Ο Ναζωραίος έκοψε το ψωμί στα δύο και πρόσφερε το μισό στον συνομιλητή του.

-Πες μου, λοιπόν. Τι έκαναν οι άνθρωποι στο όνομά μας αυτά τα τελευταία εκατό χρόνια;

Ο Ιησούς των Χριστιανών δίστασε.

-Έχτισαν ναούς.

- Έχτισαν σπίτια για τους άστεγους;

- Μερικοί το έκαναν.

- Τάισαν τους πεινασμένους;

- Μερικοί το έκαναν.

- Σταμάτησαν τους πολέμους;

Ο Ιησούς των Χριστιανών δεν απάντησε.

-Τουλάχιστον έπαψαν να τους ευλογούν; επέμεινε ο Ναζωραίος.

- Όχι πάντοτε.

- Τότε γιατί μου μιλάς πρώτα για τους ναούς;

- Επειδή εκεί συγκεντρώνονται για να σε λατρέψουν.

Ο Ναζωραίος πήρε μια ελιά.

-Τους κάλεσα να με ακολουθήσουν. Δεν τους ζήτησα να με λατρέψουν από ασφαλή απόσταση.

-Η λατρεία εκφράζει την αγάπη τους.

-Μερικές φορές. Άλλοτε, όμως, είναι ο τρόπος τους να αποφεύγουν όσα τους ζήτησα. Είναι ευκολότερο να γονατίζουν μπροστά στην εικόνα μου παρά να στέκονται όρθιοι απέναντι στην αδικία. Ευκολότερο να φιλούν τον σταυρό παρά να σηκώνουν τον σταυρό του κατατρεγμένου.

Ο Ιησούς των Χριστιανών ακούμπησε το σκήπτρο στον κορμό της ελιάς.

-Δεν είναι όλοι έτσι. Υπήρξαν άνθρωποι που σε ακολούθησαν αληθινά. Άφησαν την ασφάλειά τους, περιέθαλψαν αρρώστους, προστάτευσαν διωκόμενους, μοίρασαν το ψωμί τους, αντιστάθηκαν σε τυράννους. Κάποιοι θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους.

-Το γνωρίζω, είπε ο Ναζωραίος. Αυτοί δεν χρειάστηκε να μιλούν πολύ για μένα. Με αναγνώρισα στις πράξεις τους.

Ένα αεράκι πέρασε μέσα από τις ελιές.

-Αλλά, πες μου, συνέχισε, γιατί με έκαναν βασιλιά;

-Επειδή σε αναγνώρισαν ως Κύριο.

-Εγώ έπλυνα τα πόδια των μαθητών μου.

-Το θυμούνται κάθε χρόνο.

-Και ύστερα επιστρέφουν στους θρόνους τους;

Ο Ιησούς των Χριστιανών αναστέναξε.

-Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν μια εξουσία που δεν κυριαρχεί. Γι’ αυτό με έντυσαν σαν αυτοκράτορα.

-Τους είπα ότι οι άρχοντες των εθνών καταδυναστεύουν τους ανθρώπους και ότι ανάμεσά τους δεν πρέπει να συμβαίνει το ίδιο. Εκείνοι, λοιπόν, τι έκαναν;

-Δημιούργησαν χριστιανικές αυτοκρατορίες.

-Και πολέμησαν άλλες χριστιανικές αυτοκρατορίες;

-Ναι.

-Κρατώντας και οι δύο τον σταυρό;

-Ναι.

Ο Ναζωραίος κοίταξε μακριά, προς τις πλαγιές.

-Έκαναν τον σταυρό λάβαρο εκείνων που σταύρωναν.

 Δεν μπορώ να αρνηθώ όσα έγιναν. Σταυροφορίες, διωγμοί, καταναγκαστικοί εκχριστιανισμοί, συμμαχίες με θρόνους και δικτάτορες. Άνθρωποι βασανίστηκαν στο όνομά σου.

Στο δικό σου όνομα, είπε ήρεμα ο Ναζωραίος. Όχι στο δικό μου.

Η φωνή του δεν είχε οργή. Αυτό έκανε τα λόγια του βαρύτερα.

Ο Ιησούς των Χριστιανών άγγιξε το χρυσό στέμμα του.

-Με δημιούργησαν από όσα φοβούνταν και από όσα επιθυμούσαν. Οι αδύναμοι χρειάζονταν έναν παντοδύναμο προστάτη. Οι ένοχοι έναν δικαστή που θα μπορούσε να τους συγχωρήσει. Οι αυτοκράτορες έναν ουράνιο αυτοκράτορα που θα νομιμοποιούσε την εξουσία τους. Οι ιερείς έναν μεσολαβητή του οποίου θα διαχειρίζονταν την πρόσβαση.

-Και εγώ τους μίλησα για έναν Πατέρα που ανατέλλει τον ήλιο του πάνω σε δικαίους και αδίκους.

-Οι άνθρωποι φοβούνται μια αγάπη χωρίς σύνορα. Δεν μπορούν να την ελέγξουν.

-Γι’ αυτό με έκαναν θυρωρό του ουρανού;

-Σε έκαναν δικαστή ζωντανών και νεκρών.

-Παράξενο. Εγώ είπα να μην κρίνουν.

-Είπες επίσης ότι ήρθες να φέρεις φωτιά στη γη.

-Φωτιά συνείδησης, όχι πυρά για τους αιρετικούς.

Ο Ιησούς των Χριστιανών έβγαλε αργά το στέμμα του και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.

-Δεν είναι εύκολο να είμαι αυτό που με έκαναν.

Ο Ναζωραίος τον κοίταξε με συμπόνια.

-Ούτε ήταν εύκολο να είμαι αυτό που αρνήθηκαν να δουν.

-Τι αρνήθηκαν να δουν;

-Έναν άνθρωπο.

 -Μα σε ονόμασαν Θεό.

-Και έτσι ξέφυγαν από την ευθύνη να γίνουν αληθινά άνθρωποι. Με ύψωσαν τόσο πολύ, ώστε η ζωή μου να πάψει να αποτελεί μέτρο για τη δική τους. Είπαν: «Εκείνος συγχωρούσε επειδή ήταν Θεός. Εκείνος αγαπούσε τους εχθρούς του επειδή ήταν Θεός. Εκείνος δεν προσκυνούσε την εξουσία επειδή ήταν Θεός». Με μετέτρεψαν σε εξαίρεση για να μη χρειαστεί να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου.

-Για εκείνους η θεότητά σου είναι η μεγαλύτερη αλήθεια.

-Κι αν η μεγαλύτερη αλήθεια δεν είναι ότι ένας Θεός έγινε άνθρωπος, αλλά ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει διαφανής στο θείο;

Ο Ιησούς των Χριστιανών σήκωσε το βλέμμα.

-Αυτό θα τους τρόμαζε. Ένας Θεός μακρινός μπορεί να λατρευτεί. Ένα θείο στοιχείο που ζητά να γεννηθεί μέσα τους απαιτεί μεταμόρφωση.

-Ακριβώς.

Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Ένα πουλί κατέβηκε στο τραπέζι και τσίμπησε ένα ψίχουλο. Ο Ναζωραίος το παρακολούθησε χαμογελώντας.

-Σου απέδωσαν τουλάχιστον το χιούμορ σου; ρώτησε ο Ιησούς των Χριστιανών.

-Με παρουσιάζουν να γελώ;

-Σπάνια.

-Κι όμως, μίλησα για καμήλες που περνούν από βελόνες, για ανθρώπους με δοκάρια στα μάτια και για τυφλούς που οδηγούν τυφλούς. Νομίζεις ότι οι άνθρωποι δεν γελούσαν;

-Οι αγιογράφοι έκριναν ότι η σοβαρότητα αρμόζει περισσότερο στον Θεό.

-Ένας Θεός που δεν γελά είναι πολύ πιθανό να έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους που φοβούνται τη ζωή.

Ο Ιησούς των Χριστιανών χαμογέλασε αχνά.

-Ίσως γι’ αυτό οι εικόνες μου φαίνονται πάντοτε σαν να γνωρίζω κάτι τρομερό που αρνούμαι να αποκαλύψω.

Ο Ναζωραίος γέλασε.

-Να λοιπόν ένα θαύμα που ξέχασαν να καταγράψουν: διαθέτεις ακόμη χιούμορ.

Το γέλιο τους αντήχησε στον κήπο. Οι κέδροι δεν σκανδαλίστηκαν.

Ύστερα ο Ναζωραίος σοβάρεψε.

-Τι δίδαξαν για τον κόσμο;

-Ότι είναι πεσμένος.

-Και για το σώμα;

-Ότι συχνά γίνεται πηγή αμαρτίας.

-Και για τη γυναίκα;

Ο Ιησούς των Χριστιανών δίστασε ξανά.

-Για πολλούς αιώνες την αντιμετώπισαν ως ασθενέστερη, περισσότερο επιρρεπή στον πειρασμό και υποταγμένη στον άνδρα.

-Εγώ μίλησα δημόσια με γυναίκες όταν αυτό θεωρούνταν απρεπές. Τις δέχθηκα ανάμεσα στους μαθητές μου. Και, σύμφωνα με τις ίδιες τους τις αφηγήσεις, σε γυναίκα εμφανίστηκα πρώτη φορά μετά τον θάνατό μου.

-Κι όμως, δεν της επέτρεψαν να σταθεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα.

-Ένας Θεός που δημιουργήθηκε αποκλειστικά κατ’ εικόνα του άνδρα δεν μπορεί παρά να φοβάται τη γυναίκα.

-Θα σε κατηγορούσαν για βλασφημία αν σε άκουγαν.

-Με κατηγόρησαν και την πρώτη φορά. Η βλασφημία είναι συχνά το όνομα που δίνει η κατεστημένη θρησκεία σε μια αλήθεια που απειλεί την εξουσία της.

Ο Ιησούς των Χριστιανών κοίταξε τον σταυρό στο στήθος του.

-Οι άνθρωποι, όμως, βρίσκουν παρηγοριά σε μένα. Γονατίζουν μπροστά μου όταν πεθαίνει το παιδί τους, όταν το σώμα τους υποφέρει, όταν όλα όσα αγαπούν καταρρέουν. Δεν μπορώ να περιφρονήσω την πίστη τους.

-Ούτε εγώ την περιφρονώ. Αλλά άλλο η πίστη που ανοίγει την καρδιά και άλλο η πίστη που κλείνει τον νου. Άλλο η παρηγοριά που σε βοηθά να σταθείς ξανά όρθιος και άλλο εκείνη που σε μαθαίνει να ανέχεσαι γονατιστός την αδικία.

-Τους υποσχέθηκαν ανταμοιβή σε μια άλλη ζωή.

- Για να μην απαιτήσουν δικαιοσύνη σε αυτή;

-Μερικές φορές.

-Τους μίλησα για τη Βασιλεία που βρίσκεται εντός τους και ανάμεσά τους. Εκείνοι τη μετέφεραν μετά τον θάνατο και την έκλεισαν πίσω από πύλες που μόνο οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ότι μπορούσαν να ανοίξουν.

-Ο θάνατος τους φοβίζει.

-Δεν φοβούνται μόνο τον θάνατο. Φοβούνται να ζήσουν χωρίς εγγυήσεις. Γι’ αυτό συχνά δεν αναζητούν την αλήθεια· αναζητούν μια βεβαιότητα που θα τους απαλλάξει από την αναζήτηση.

-Και τι θα τους έλεγες σήμερα;

-Ότι η πίστη δεν είναι να βεβαιώνεσαι πως κατέχεις τον Θεό. Είναι να εμπιστεύεσαι το βάθος της ζωής χωρίς να το φυλακίζεις στα δόγματά σου.

Ο Ιησούς των Χριστιανών πήρε το βιβλίο που είχε αφήσει δίπλα του.

- Και τι θα γίνει με τις Γραφές;

- Οι Γραφές είναι παράθυρα. Οι άνθρωποι τις έκαναν τοίχους.

- Πιστεύουν ότι κάθε λέξη προέρχεται απευθείας από τον Θεό.

-  Κάθε λέξη πέρασε από ανθρώπινο στόμα, ανθρώπινη μνήμη, ανθρώπινο φόβο και ανθρώπινη ελπίδα. Όποιος λατρεύει το γράμμα, σύντομα θα χρησιμοποιήσει το γράμμα για να σταυρώσει το πνεύμα.

- Χωρίς το γράμμα, όμως, ίσως να σε είχαν ξεχάσει.

- Χωρίς το πνεύμα, με θυμούνται με τρόπο χειρότερο από τη λήθη.

Ο άνεμος δυνάμωσε. Από μακριά ακούστηκε ένας υπόκωφος κρότος. Ίσως ήταν καταιγίδα, ίσως κάποιο όπλο. Σ’ εκείνη τη γη η διάκριση δεν ήταν πάντοτε εύκολη.

- Οι άνθρωποι σκοτώνουν ακόμη στο όνομα του Θεού, είπε ο Ιησούς των Χριστιανών.

- Κανείς δεν σκοτώνει στο όνομα του Θεού. Σκοτώνει στο όνομα της εικόνας που κατασκεύασε για τον Θεό. Και συνήθως αυτή η εικόνα μοιάζει ανησυχητικά με τον ίδιο: έχει τις δικές του προκαταλήψεις, μισεί τους δικούς του εχθρούς και ευλογεί τις δικές του φιλοδοξίες.

- Τι θα κάνεις όταν επιστρέψεις;

- Πού να επιστρέψω;

- Στον κόσμο.

Ο Ναζωραίος έδειξε προς την κοιλάδα.

-Δεν έφυγα ποτέ. Είμαι στον πρόσφυγα που χτυπά μια κλειστή πόρτα. Στο παιδί που κοιμάται κάτω από τους βομβαρδισμούς. Στη γυναίκα που ζητά να ακουστεί η φωνή της. Στον εργάτη που συνθλίβεται για να αυξηθούν τα κέρδη κάποιου άλλου. Στον άνθρωπο που αρνείται να μισήσει, ακόμη κι όταν του έμαθαν ότι το μίσος είναι καθήκον.

- Κι όμως, περιμένουν τη Δευτέρα Παρουσία σου.

-Περιμένοντας να επιστρέψω στους ουρανούς, δεν με αναγνωρίζουν όταν επιστρέφω καθημερινά μέσα από τον πλησίον τους.

-Θέλουν να έρθεις με δύναμη.

-Για να κάνω τι;

- Να νικήσεις τους εχθρούς τους.

- Και ποιος θα τους σώσει από την ανάγκη να έχουν εχθρούς;

Ο Ιησούς των Χριστιανών δεν απάντησε.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει πίσω από τους λόφους. Το χρυσό φως άγγιζε το στέμμα, το σκήπτρο και τον πολύτιμο σταυρό που βρίσκονταν πια παρατημένα δίπλα στην ελιά.

- Φίλε μου, είπε τελικά ο Ιησούς των Χριστιανών, ίσως να μην είμαι μόνο μια παραμόρφωσή σου. Μέσα μου υπάρχουν και τα δάκρυα εκείνων που δεν είχαν κανέναν άλλον να καλέσουν. Οι προσευχές των μητέρων. Η ελπίδα των φυλακισμένων. Τα τραγούδια των σκλάβων. Η τελευταία εμπιστοσύνη των ετοιμοθάνατων. Αν με απορρίψεις ολόκληρο, δεν θα απορρίψεις και αυτούς;

Ο Ναζωραίος τον κοίταξε για πολλή ώρα.

- Όχι. Εσύ δεν είσαι ένα μόνο πρόσωπο. Είσαι ο τόπος όπου συναντήθηκαν η βαθύτερη ανθρώπινη ελπίδα και ο βαθύτερος ανθρώπινος φόβος. Μέσα σου κατοικούν και η αγάπη και η εξουσία, και η αυτοθυσία και ο φανατισμός, και το ψωμί που μοιράστηκε και το ξίφος που ευλογήθηκε. Δεν ήρθα να σε καταστρέψω.

- Τότε γιατί έρχεσαι κάθε εκατό χρόνια;

- Για να σου θυμίσω ότι δεν είσαι εγώ.

Ο Ιησούς των Χριστιανών έμεινε ακίνητος.

- Και τι ζητάς από μένα;

-Να πάψεις να στέκεσαι ανάμεσα σ’ εμένα και στους ανθρώπους.

Ο Ναζωραίος σηκώθηκε. Πήρε το υπόλοιπο ψωμί και το έβαλε στον χιτώνα του.

- Πού πηγαίνεις; τον ρώτησε ο άλλος.

- Στο χωριό. Κάποιος θα πεινάει.

- Θα συναντηθούμε πάλι;

-Σε εκατό χρόνια, αν οι άνθρωποι εξακολουθούν να σε χρειάζονται για να αποφεύγουν εμένα.

Έκανε μερικά βήματα, ύστερα σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του.

Ο Ιησούς των Χριστιανών καθόταν κάτω από την ελιά χωρίς στέμμα, χωρίς σκήπτρο και χωρίς φωτοστέφανο. Για πρώτη φορά έμοιαζε λιγότερο με θεότητα και περισσότερο με άνθρωπο.

Ίσως γι’ αυτό έμοιαζε και περισσότερο με τον Ιησού.

Ο Ναζωραίος χαμογέλασε θλιμμένα.

- Φίλε μου, φοβάμαι πως ποτέ, μα ποτέ δεν θα συμφωνήσουμε.

Και άρχισε να κατεβαίνει το μονοπάτι, προς τον κόσμο των ανθρώπων.

Ο άλλος δεν προσπάθησε να τον σταματήσει.

Έμεινε μόνος στον κήπο, κοιτάζοντας τα σύμβολα της εξουσίας του πάνω στο χώμα.

από τον φίλο μου Ιωάννη Αυγουστάτο

Δεν υπάρχουν σχόλια: